Αγαπητέ εαυτέ μου,

Μακάρι να σε είχα βοηθήσει όταν με χρειαζόσουν. Μακάρι να είχα αντιληφθεί έγκαιρα την ανάγκη σου για προστασία, κάθε φορά που έστελνες μάταια εκείνο το ανίκανο προαίσθημα σαν αγγελιαφόρο.

Οι άνθρωποι, ξέρεις, είναι σαν τα παζλ. Κάποιοι αποτελούνται από τόσο λίγα κομμάτια, που καταφέρνεις και τους συναρμολογείς στο λεπτό, σε σημείο ν’ αρχίσεις να βαριέσαι. Κάποιοι άλλοι πάλι διαθέτουν τόσο πολλά που όσο κι αν προσπαθήσεις δεν μπορείς να τα ταιριάξεις όλα μεταξύ τους και καταλήγεις να ιδρώνεις απ’ την υπερπροσπάθεια σηκώνοντας τα χέρια ψηλά.

Υπάρχουν, όμως, κι εκείνοι που αν κι αποτελούνται από πολλά μικροσκοπικά κομμάτια, σέβονται τον κόπο που καταβάλλεις για να τα τοποθετήσεις στη σωστή θέση και σου προσφέρουν βοήθεια, δείχνοντάς σου την τελική εικόνα του παζλ. Έτσι, λοιπόν, δε βαριέσαι ούτε κουράζεσαι, αλλά αντιθέτως πέφτεις με τα μούτρα στη δουλειά, μέχρι να το τελειώσεις.

Τι ικανοποίηση παίρνεις όταν βλέπεις την εικόνα ολοκληρωμένη με το καθένα κομμάτι στη σωστή του θέση. Τι ανταμοιβή! Κατάφερες κι έβαλες μια ψυχή σε τάξη.

Ώσπου αρκούν δυο χέρια κι ένα υπεροπτικό βλέμμα για να διαλύσουν την τάξη και ν’ ανταρέψουν τη μέχρι τώρα ήρεμη ψυχή. Ανακατεύουν με σαδιστική απόλαυση τα κομμάτια και δεν οπισθοχωρούν, παρά μόνο όταν βεβαιωθούν για το πανδαιμόνιο που επικρατεί.

Μετά απ’  αυτό, ξέρεις τι πρέπει να κάνεις εαυτέ μου. Δεν είσαι πρωτάρης στο χάος, συνήθισες πλέον σε αρπακτικά χέρια κι υπεροπτικά βλέμματα. Όσο περισσότερες απογοητεύσεις βιώνει κανείς, τόσο πιο εύκολα μαθαίνει ν’ αντιμετωπίζει τον πόνο. Ώσπου, στο τέλος, ο πόνος γίνεται συνήθεια, μια προβλέψιμη ρουτίνα που δε σ’ αγγίζει καν.

Τη διαδικασία την ξέρεις, εαυτέ μου, αλλά άσε με να στην περιγράψω γι’ ακόμη μία φορά: παρατηρείς το χάος που επικρατεί γύρω σου κι έπειτα σκύβεις αργά-αργά για να μαζέψεις ένα-ένα τα κομμάτια σου. Τα τοποθετείς προσεκτικά πίσω στο κουτί τους και βάζεις στο τέλος το καπάκι επάνω του, κλείνοντάς το σφιχτά, μέχρÎ