Ο όρος προξενιό ή αλλιώς συνοικέσιο είναι ένα έθιμο, θεσμός, μπορεί κι επάγγελμα που ξεκινάει απ’ τα πολύ παλιά χρόνια (εποχή αρχαίας Αθήνας) και λειτουργεί ακόμα και σήμερα με κάποιες μικρές αλλαγές. Πλέον είμαστε στο έτος 2018 κι οι λέξεις ίσως να έχουν τις ρίζες τους σε άλλες εποχές και να κουβαλάνε αυτό το βαρύ φορτίο σε άλλες τόσες, αλλά αυτό δε σημαίνει πως οι πράξεις είναι καταδικασμένες να αποτύχουν, γιατί δεν πέτυχαν ή υποτιμήθηκαν σε άλλους καιρούς. Αντί να μείνουμε στα καθιερωμένα και τα παραδοσιακά, πάμε να δούμε πώς ακόμα και σήμερα τα προξενιά όχι μόνο έχουν μεγάλη επιτυχία στον έρωτα, αλλά κάποιες φορές είναι αυτό που τελικά χρειάζονταν δύο άνθρωποι για να συναντηθούν και να είναι μαζί. Συντηρητικό και ταυτόχρονα σαχλορομαντικό; Κι όμως, κατά περιπτώσεις, ισχύει.
Σε μια κοινωνία που κινείται σε ασταμάτητους εργασιομανείς ρυθμούς στο ένα μέρος της και με το άλλο μέρος να κουβαλά τη νοοτροπία «φραπεδιά, αραλίκι κι όλα θα έρθουν», το να γνωρίσεις έναν άνθρωπο της προκοπής δεν είναι εντελώς ακατόρθωτο αλλά κατά γενική ομολογία είναι κομματάκι δύσκολο. Γι’ αυτό και πολλοί άνθρωποι πλέον είναι μόνοι τους.
Δεν είναι ότι η κοινωνία μας είναι σκατά σε όλες τις απόψεις, αλλά όταν πλέον ο δυναμισμός μας, το να κυνηγήσουμε τα όνειρά μας, να ζήσουμε έντονα την κάθε στιγμή, ως επί το πλείστον έχει να κάνει με προσωπικούς μας στόχους –κι όχι κοινούς με κάποιον ερωτικό σύντροφο–, στρεφόμαστε στην προσωπική απομόνωση κατ’ επιλογή, ώστε να φτάσουμε πιο κοντά στην πραγματοποίηση των σκοπών μας, χωρίς παρεμβολές και τρικλοποδιές από άτομα που δεν μπορούν να συμπορευτούν μαζί μας.
Φυσικά, αυτή είναι η μία μερίδα ανθρώπων, που ανήκει στο ασυμβίβαστο. Υπάρχει ακόμα η κατηγορία των ανθρώπων που η σχέση, ο έρωτας κι η αγάπη γι’ αυτούς δεν ανήκει στα τόσο πολυφιλοσοφήμενα θέματα, αλλά τους αρκεί η συντροφικότητα, η συμβίωση και το «περνάω καλά», τα κοινώς πλέον γνωστά ως couple goals -μην ξεράσω.
Έτσι, λοιπόν, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι σε μια γενιά που κινείται σε τελείως δικούς της ρυθμούς, είναι πολύ δύσκολο να γνωρίσουμε ο ένας τον άλλο. Φυσικά με τους φίλους μας, ή τους γνωστούς μας, είμαστε πάντα έναν τόνο δ
