Η πρόσφατη δήλωση του Άρη Σερβετάλη σχετικά με την άμβλωση, όπου τη χαρακτήρισε ως «δ0λοφονία» και πρότεινε ως εναλλακτική λύση την κύηση και την παράδοση του παιδιού σε ορφανοτροφείο, δεν είναι απλώς αναχρονιστική, αλλά αποκαλύπτει και μια βαθιά άγνοια γύρω από τις συνθήκες που επικρατούν στις ζωές των γυναικών, και υποβαθμίζει την πολυπλοκότητα των θεμάτων που σχετίζονται με τις ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες, φανερώνοντας έλλειψη γνώσης για το τι πραγματικά συμβαίνει στις γυναίκες που καλούνται να γίνουν μητέρες υπό πίεση.
Το πρώτο και πιο ανησυχητικό στοιχείο της δήλωσης του ηθοποιού είναι η προσέγγιση του ζητήματος. Μια άμβλωση δεν είναι απλά η «διακοπή» μιας εγκυμοσύνης, αλλά συχνά είναι το αποτέλεσμα μιας δύσκολης απόφασης, που έχει συναισθηματικές, κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες για τη γυναίκα. Αντιμετωπίζοντας την εγκυμοσύνη ως κάτι που απλώς «κυοφορείται», χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η ένταση των συναισθημάτων και των δυσκολιών που προκαλούνται σε κάθε γυναίκα. Ο Σερβετάλης αγνοεί το βάρος που ενδέχεται να κουβαλά μια γυναίκα όταν αναγκάζεται να πάρει μια τέτοια απόφαση. Οι λόγοι που μπορεί να οδηγήσουν μια γυναίκα στην απόφαση για άμβλωση είναι πολλοί από οικονομικά προβλήματα, έλλειψη υποστήριξης, οικογενειακή κατάσταση μέχρι προσωπικά ζητήματα. Είναι αδιανόητο να θεωρεί κάποιος ότι όλες οι γυναίκες μπορούν να κυοφορήσουν χωρίς συνέπειες, απλά για να «ξεφορτωθούν» το παιδί αργότερα.
Η πρόταση του αγνοεί την ψυχολογική, κοινωνική και σωματική επιβάρυνση που υφίσταται μια γυναίκα όταν αποφασίζει να συνεχίσει μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη. Η εγκυμοσύνη δεν είναι μια απλή διαδικασία, αλλά μια πολυσύνθετη εμπειρία που επηρεάζει τη σωματική και ψυχική υγεία της γυναίκας, ειδικά αν αυτή δεν έχει την υποστήριξη που χρειάζεται. Η λύση που προτείνει, να γεννηθεί το παιδί και να αφεθεί σε ένα ίδρυμα, αγνοεί εντελώς την τραυματική εμπειρία που μπορεί να σηματοδοτεί. Όταν, για πολλές γυναίκες, η απόφαση να συνεχίσουν ή να διακόψουν μια εγκυμοσύνη είναι βαθιά προσωπική, το να ζητά κανείς από μία γυναίκα να περάσει από τη διαδικασία της κύησης και του τοκετού για να παραδώσει το παιδί της σε ένα ίδρυμα υποτιμά τη σημασία αυτών των παραγόντων και παρουσιάζει την εγκυμοσύνη σαν μια απλή, ουδέτερη επιλογή.
Η εγκυμοσύνη, ακόμα και υπό τις ιδανικότερες συνθήκες, είναι μια εξαιρετικά απαιτητική διαδικασία, τόσο σωματικά όσο και ψυχολογικά. Για μια γυναίκα που βρίσκεται αντιμέτωπη με μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη, η απόφαση να συνεχίσει την κύηση και να παραδώσει το παιδί για υιοθεσία ή σε ίδρυμα δεν είναι απλή. Το σώμα της, η ψυχική της υγεία και η ίδια η ζωή της επηρεάζονται βαθύτατα από μια τέτοια επιλογή, επομένως με την πρόταση του αγνοεί παντελώς την ψυχική επιβάρυνση που προκαλεί η διαδικασία.
Μια γυναίκα που φέρνει στον κόσμο ένα παιδί, ακόμα κι αν γνωρίζει ότι δε θα το κρατήσει, βιώνει έντονα συναισθήματα, τα οποία μπορεί να περιλαμβάνουν ενοχές, θλίψη και τραύμα. Αυτή η διαδικασία δεν είναι ούτε εύκολη ούτε ανώδυνη, και η απλοποίηση του ζητήματος από τον ηθοποιό δείχνει έλλειψη ενσυναίσθησης και κατανόησης.
Η ιδέα ότι η γυναίκα θα μπορούσε απλά να «κυοφορήσει» και να αφήσει το παιδί στο ίδρυμα παραβλέπει την πραγματικότητα του δεσμού μητέρας-παιδιού, ο οποίος, αν και μπορεί να διαφέρει από περίπτωση σε περίπτωση, συνήθως είναι ισχυρός και αναπόφευκτος. Η δήλωση του, ουσιαστικά αγνοεί πλήρως τις συναισθηματικές συνέπειες που επιφέρει η εγκατάλειψη, τόσο για το παιδί όσο και για τη γυναίκα που καλείται να το κάνει.
Η
