Όταν όλα τελειώσουν, όταν η αυλαία πέσει, θα έχουν φύγει όλοι. Μόνο ένας θα έχει μείνει πίσω, αυτός ο ένας που πλήγωσες περισσότερο απ’ τον καθένα. Ο εαυτός σου. Αυτός ποτέ δεν έφυγε, δε σε άφησε, σε έχασε πολλές φορές μα πάντα σε ξανάβρισκε.
Για όλους έτρεχες, φίλους, γνωστούς, έρωτες. Για όλους προσπάθησες, δεν ήθελες να στεναχωρήσεις ποτέ κανέναν, δεν ήθελες να τους απογοητεύσεις, δεν ήθελες να τους αφήσεις στα δύσκολα. Ήθελες να είσαι η τέλεια εκδοχή του εαυτού σου.
Αλλά εσένα; Εσένα ποιος σε κράτησε στα δύσκολα; Ποιος έτρεξε πίσω σου όταν έφθασες στο σημείο να φύγεις; Ποιος προσπάθησε να μη σε απογοητεύσει; Ποιος έμεινε να φέρει εκείνη την τούρτα που καταβροχθίζουμε όταν στεναχωριόμαστε, δίπλα από μια στοίβα κουτιά πίτσας, γιατί ως γνωστόν το γλυκό διώχνει τη λύπη;
Πολλοί λίγοι μας ήρθαν στο μυαλό, ίσως άτομα μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού, ίσως η απάντηση που ξεπρόβαλε πρώτη στο μυαλό μας να ήταν η λέξη «κανένας», ίσως, πάλι, να είμαστε απ’ τους τυχερούς που έχουμε αρκετούς τέτοιους ανθρώπους στη ζωή μας.
Αν αναρωτηθούμε, όμως, πόσες φορές έχουμε ακούσει τη φράση «Θα ‘μαι κοντά σου όταν με χρειαστείς» σίγουρα ο αριθμός των αναμνήσεών μας –να την ακούμε από κάποιον που την ξεστομίζει με υποτιθέμενη αγάπη– σχηματίζει τριψήφιο αριθμό.
Εύκολη φράση να την πει κανείς, σύνταξη απλή, λέξεις καθημερινές, μπορούμε να την βγάλουμε έτσι αβίαστα, χωρίς ιδιαίτερο κόπο. Να την εννοούμε, όμως; Εδώ έγκειται η δυσκολία όλου του κόσμου. Αλήθεια, πόσο εύκολα δίνει κάποιος την ειλικρίνεια του λόγου του και τον πολύτιμο χρόνο του;
Περίεργο πράγμα ο χρόνος, φεύγει, τρέχει κι αν δεν τρέξεις κι εσύ μαζί του, τον χάνεις προτού καν το καταλάβεις. Πολλές φορές μετανιώνουμε που τον ξοδέψαμε σε λάθος ανθρώπους, αλλά κι αρκετές εκείνες οι φορές που δεν τον ξοδέψαμε εκεί που θέλαμε και το μετανιώσαμε πικρά μετά.
Προσπάθησες πολύ για διάφορους ανθρώπους στη ζωή σου, προσπάθησες να τους δείξεις ότι δεν υπάρχουν αποστάσεις που να σας χωρίζουν, προσπάθησες να τους καταλάβεις, να έρθεις στη θέση τους, να χαρείς με τη χÎ
