Γράφει η Έλσα Π.

Χρόνια ψάχνω να βρω τις κατάλληλες λέξεις για να μιλήσω για σένα. Μα όσο κι αν έψαξα, δεν τις βρήκα. Κανένα λεξικό δε γράφτηκε, καμιά λέξη δε γεννήθηκε που να μπορεί να σε περιγράψει! Βλέπεις, κανένας ανθρώπινος νους δε σκέφτηκε κάτι τόσο τρομακτικό, κάτι τόσο κακό, κάτι τόσο σαν εσένα!

Παρ’ όλα αυτά, θα ήταν άδικο να μη μιλήσω για σένα. Θα πρέπει να ξέρει ο κόσμος τι «άνθρωποι» υπάρχουν εκεί έξω. Άνθρωποι προς αποφυγή! Θα πρέπει οι επιστήμονες να ερευνήσουν την περίπτωσή σου, για να πάνε ένα επίπεδο παραπάνω, ίσως και να φτάσουν στο ζενίθ της καριέρας τους! Μα πάνω απ’ όλα, θα ήθελα κάπως έτσι να σε ξορκίσω. Να βγάλω εσένα και τα σημάδια σου έξω από μένα! Να μη με βαραίνεις πια…

Κάπως αλλιώς τη φανταζόμουν αυτή τη στιγμή. Ήθελα να τα πω όλα στον επικήδειο λόγο που ονειρευόμουν να βγάλω για σένα! Όμως, σήμερα κινδύνεψα και τρόμαξα μήπως δεν προλάβω. Γι’ αυτό η βιασύνη μου…

Σε μισώ -και δεν ντρέπομαι να το πω! Κι είσαι πολύ τυχερή. Γιατί εγώ φροντίζω ακόμα κι ό,τι μισώ. Αγαπώ ακόμα και μες στο μίσος μου. Γιατί από φόβο μη σου μοιάσω δε θα έβλαπτα ποτέ κανέναν!

Γεννήθηκα από σένα, όμως, θα ήταν βέβηλο να σε φωνάξω «μάνα». Θα ήταν προδοσία για την ίδια τη λέξη! Πόσες φορές ευχήθηκα να με είχες υιοθετήσει! Δεν ήθελα να κυλάει το ψυχρό σου αίμα στις δικές μου φλέβες μου.

Ήμουν 11 χρονών. Ένα παιδάκι του δημοτικού. Ένα στρουμπουλό κορίτσι 11 χρονών! Αθώο και χαμογελαστό. Ο θείοÏ