Όνειρα· Ωραία μυρίζουν, ωραία σου γνέφουν, ωραία αγγίζουν την ψυχή σου. Κάποιες νύχτες έρχονται λαθραία στον ύπνο σου και σου θυμίζουν αυτά που θέλεις, αυτά που έχεις νοσταλγήσει, αυτά που προσπέρασες ή κι αυτά που θέλεις να ξεχάσεις.
Άλλοτε πάλι σε επισκέπτονται κι όταν έχεις ανοιχτά τα μάτια. Προσδοκίες τοποθετημένες σε μια άκρη της ατομικότητάς σου, της μοναδικότητάς σου, της ύπαρξής σου. Φιλοδοξίες και στόχοι που έχεις κάπου βαθιά μέσα σου. Μπορεί να γίνουν πραγματικότητα, μπορεί κι όχι.
Εσύ, όπως και να’ χει, ονειρεύεσαι. Έναν όμορφο κόσμο, ένα λουλούδι, ένα μέρος, στο οποίο θα ‘θελες να βρίσκεσαι, έναν απόλυτο έρωτα. Ο καθένας ό,τι θέλει, ό,τι αγαπά.
Αλήθεια, πόση ευλογία κουβαλάει ένα όνειρο; Πόση γοητεία σου ασκεί και πόση είναι η λαχτάρα σου, προκειμένου να συμβεί, όσο πιο γρήγορα γίνεται; Σίγουρα μεγάλη. Το γιατί είναι απλό. Γιατί είναι όνειρο. Συνεπώς, κάτι αβέβαιο, κάτι άγνωστο, κάτι σημαντικό μέσα στα συνηθισμένα σου. Μέσα στα συνηθισμένα, σου δίνει την πινελιά του πρωτότυπου. Το άτιμο είναι ωραία λέξη και με μια αρμονική αλληλουχία οδηγεί και σε άλλες όμορφες λέξεις. Σε άλλα όμορφα τοπία, υπαρκτά ή μη. Οδηγεί σε εικόνες, που τις φτιάχνεις μόνος σου. Σε σκηνές του δικού σου μυαλού με κατάληξη συνήθως θετική κι έτσι όπως εσύ την επιθυμείς.
Το καλύτερο; Είναι τζάμπα. Το δημιουργείς ή το θέτεις σε προτεραιότητα –όπως θέλεις κάν ‘το– και ξαφνικά ένα λεπτό, μια ώρα μέσα στη μέρα σου αλλάζει. Σε πετάει απ’ το χαζό κόσμο μας με την υποκρισία να διαφεντεύει τους ανθρώπους και σε βάζει στον άλλο κόσμο. Σ’ αυτόν που εσύ θα ήθελες να ζεις.
Επίσης, μπορείς, ανάλογα με το όνειρό σου, να βρεθείς και με τους ανθρώπους που σου λείπουν, που νοσταλγείς, που για κάποιο λόγο τους έχασες και δεν μπορείς να τους βρεις. Μέσα σ’ αυτό έχεις τη δυνατότητα να μιλήσεις μαζί τους, να πεις όσα δεν είπες, να πιεις τον καφέ που ακόμη τους χρωστάς.
Επιπρόσθετα, το όνειρο είναι και αυτό που αντικατοπτρίζει καθαρά τη δική σου ψυχή. Εκείνο το «είναι» σου, που, ρε γαμώτο, λόγω διάφορων συγκυριών δεν μπορείς να εκφράσεις στον υπέρτατο βαθμό. Ναι, οι γνωστές συγκυρίες. Γλώσσες που μιλάνε, άνθρωποι που δεν ακούνε. Όσο κι αν λες πως δε σε νοιάζουν, κατά βάθος πικραίνεσαι. Γιατί σε λυπεί που τους βλέπεις να περπατάνε στο δρόμο χωρίς καμιά διάθεση ουσιαστικής επικοινωνίας με τον άλλο. Χωρίς διάθεση να μοιραστούν τις σκέψεις τους, παρά μόνο ενδιαφέρονται πώς να προβάλλουν το εξωτερικό τους περιτύλιγμα.
Όχι, στο όνειρÎ
