Το «για πάντα» το λες για να τρομάξεις τον άλλον και να τον δοκιμάσεις. Το λες για να προκαλέσεις, να κόψεις κίνηση, να ακούσεις την απάντηση και να προσαρμοστείς στα μέτρα της. Δεν είναι μια έκφραση που περνάει απαρατήρητη και δεν ξεχνιέται εύκολα. Θυμάσαι ποιος σου είπε «για πάντα», θυμάσαι το πότε και το πού και πώς το στήριξε. Γιατί τη στιγμή που το άκουσες φοβήθηκες.
Κι όποιος σου πει πως φοβήθηκες επειδή δεν ένιωθες κι εσύ κάτι αντίστοιχο, έχει άδικο, υπάρχουν άλλοι 1000 λόγοι για να τρομάξει κανείς ακούγοντας το «για πάντα».
Μπορεί να τρομάξει κανείς γιατί του θυμίζει κάποιο παρελθοντικό δήθεν «για πάντα» που ξεθώριασε και ξεχάστηκε γρήγορα. Μπορεί να φοβηθεί γιατί τώρα νιώθει πως στο χρωστάει κι ο ίδιος, ενώ δε γνωρίζει πώς να το εκφράσει -ναι, ακόμα κι αν το θέλει. Μπορεί να πιστεύει για χρόνια μέσα του πως μεγάλα λόγια λένε όσοι επιχειρούν μικρές πράξεις. Μπορεί στο κάτω-κάτω να μην πίστευε πως νιώθεις έτσι και να του ήρθε απότομο, αυτό όμως δε σημαίνει πως δε σ’ αγαπάει ή δε νιώθει το «για πάντα» που ξεστόμισες.
Και για αυτόν ακριβώς τον λόγο, δεν έχεις δικαιολογία να το πεις αν δεν το αισθάνεσαι πραγματικά, δεν έχεις ελαφρυντικό αν το λες για να ψαρέψεις την απάντηση και να δοκιμάσεις το ταίρι σου. Γιατί η στάση σου, τα λόγια σου, ο σκοπός σου δεν επηρεάζουν μόνο εσένα, επηρεάζουν και το ταίρι σου μαζί με την εικόνα που έχει για την αγάπη και το «για πάντα» που του πλάσαρες. Κι αν εσύ κλονίσεις αυτήν την εικόνα δεν επηρεάζεις απλώς την προβολή των σχέσεων στο μυαλό του συντρόφου σου, αλλά και την άποψή του υποσυνείδητα για αυτές. Κλονίζεις ταυτόχρονα την πίστη του στον ρομαντισμό, τον έρωτα, τη φιλία, τον κόσμο.
Κράτα τα «για πάντα» σου μακριά αν δεν τα εννοείς. Δεν τα θέλει κανείς αν δεν τα λες από καρδιάς και κανείς δε νοιάζεται αν τα λες αλλά για να Î
