«Τριαντατρία χρόνια ευτυχισμένου γάμου μετρούν σου λέω! Στις μέρες μας που δεν μένει τίποτα όρθιο, μπορείς να το συγκρίνεις με άθλο του Ηρακλή,» φώναζα μ’ έμφαση στην κολλητή μου.
«Εντάξει Αναστασάκι, τα περισσότερα ζευγάρια ξεχνάνε στην πορεία των χρόνων πώς ξεκινήσανε, τι τους ένωσε κι αγαπήθηκαν. Ενώ εκείνοι είναι αλλιώς. Όταν έχεις παλέψει πολύ για έναν έρωτα, μαθαίνεις να τον προφυλάσσεις» μου απάντησε η φίλη μου η Έλλη.
Και γιατί εκείνοι είναι αλλιώς;
Η Λίλιαν ήρθε στην Ελλάδα με τ’ αδέλφια της και τους γονείς της, όταν ήταν δεκατεσσάρων. Μετανάστες στη Βοστώνη της Αμερικής οι γονείς της, φρόντισαν να συσφίξουν τις σχέσεις με το υπόλοιπο σόι αφού θα έμεναν μόνιμα.
Έτσι η Λίλιαν άρχισε να γνώριζει όλα τα ξαδέρφια της και να βγαίνει μαζί τους, πλην του Αλέξανδρου που ήταν φαντάρος. Συναντήθηκαν για πρώτη φορά, μετά από τρία χρόνια σε μια οικογενειακή γιορτή.
«Ποιος είναι αυτός ο κούκλος;» ρώτησε την μικρή κόρη της θείας της.
«Εμ…είναι ο αδελφός μου, που έλειπε φαντάρος» απάντησε η μικρή στη Λίλιαν που ζαλίστηκε μόλις το άκουσε. Ο Αλέξανδρος ήταν τότε εικοσιτριών χρόνων και ένεκα εμφάνισης κιόλας, τις είχε τις εμπειρίες του. Όμως μόλις την είδε, αποφάσισε ότι αυτή ήταν η γυναίκα της ζωής του και δεν μετάνιωσε ακόμα κι όταν του συστήθηκε ως κόρη του θείου του.
Σας τα περιγράφω όπως ακριβώς μου τα είπαν.
Η Λίλιαν στην αρχή πάλεψε αυτή την έντονη έλξη όσο μπορούσε.
«Δεν σε καταλαβαίνω κόρη μου. Γιατί ξαφνικά αποφεύγεις τα ξαδέλφια σου; Σε παρακαλώ πολύ, θα νομίζουν ότι επειδή μεγάλωσες στην Αμερική τους σνομπάρεις. Θες να’ χουμε κουβέντες απ΄τους θείους σου για την διαγωγή σου; Κι αυτή η φαρμακόγλωσσα η αδερφή του πατέρα σου, είναι να μη σε πιάσει στο στόμα της! Πήγαινε σε παρακαλώ πολύ» της είπε η μάνα της.
Και πήγε. Κι ο Αλέξανδρος την κερνούσε ποτά και μιλούσαν για την καθημερινότητα της Αθήνας. Τα μάτια τους όμως έλεγαν άλλα. Οι συναντήσεις αυξήθηκαν. Πάντοτε μαζί με όλα τα ξαδέρφια, όπως συνηθιζόÏ
