Φαντάσου τη ζωή σου σαν ένα σπίτι με πολλά δωμάτια. Οι χαρούμενες περίοδοί της είναι όλα τα φωτεινά δωμάτια του σπιτιού. Δωμάτια υπέροχα διακοσμημένα, με ακριβά έργα τέχνης στους τοίχους, εκλεκτά μπιμπελό κι ήλιο. Άφθονο ήλιο, να χτυπά ανελέητα με τις ακτίνες του κάθε σημείο του δωματίου.
Σκέψου όμως κι όλες εκείνες τις περιόδους που ένιωσες πληγωμένος, προδομένος, απογοητευμένος. Που είχες τόσο μεγάλη ανάγκη από στήριξη και καλή παρέα κι όμως ήσουν πιο μόνος από ποτέ. Όλες εκείνες τις φορές που εισέπραξες απόρριψη απ’ τους ανθρώπους ή απ’ τη ζωή την ίδια. Αυτές τις στιγμές που θέλησες να χαθείς απ’ όλους κι απ’ όλα και να κλειστείς στον εαυτό σου αφού κανείς δεν πίστευες πως θα μπορούσε να σε παρηγορήσει.
Αυτές τις στιγμές, λοιπόν, σκέψου τις σαν ένα σκοτεινό δωμάτιο. Ολοσκότεινο κι άδειο. Χωρίς παράθυρα ή κι αν υπάρχει κάποιο, τα παντζούρια σ’ αυτό είναι σίγουρα μονίμως κατεβασμένα. Γιατί αυτό συμβαίνει με την ψυχή. Σ’ ένα τέτοιο σκοτεινό δωμάτιο, σαν αυτά της απομόνωσης των φυλακών, πάει και κλείνεται, όταν ο πόνος τη συναντά. Και το να βγεις από εκεί, δεν είναι εύκολο!
Ελπίζεις πως όλοι όσοι πέρασαν όμορφα μαζί σου εκείνες τις αξέχαστες μέρες που ήσασταν κλεισμένοι στα φωτεινά δωμάτια, θ’ αναρωτηθούν πού χάθηκες, θα σε αναζητήσουν, θα ψάξουν να σε βρουν, θα σε βοηθήσουν να ξορκίσεις τα σκοτάδια σου κι όλα θ’ αρχίσουν πάλι να φωτίζονται από γέλια, χαρά και πλάκες. Αλλά, το σκοτάδι στο δωμάτιο, γίνεται όλο και πιο πυκνό.
Συνεχίζεις τη ζωή σου στη σκοτεινή πλευρά του σπιτιού, αν και ξέρεις καλά πως δε σου αξίζει να βρίσκεσαι εκεί, γιατί παλεύεις καθημερινά για το αντίθετο. Γονάτισες απ’ τις δυσκολίες και τα προβλήματα της ζωής, βρέθηκες μόνος σου να παλεύεις με τα σκοτάδια της ψυχής σου και τώρα βλέπεις καθαρά ποιοι είναι πραγματικά δίπλα σου και ποιοι όχι. Και
