Καθώς σε βλέπω να κοιμάσαι δίπλα μου γαλήνιος και μ’ ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο σκέφτομαι δύο πράγματα. Το πρώτο –το τόσο καταλυτικό– είναι το πόσο τυχερή είμαι που ξυπνάω και βλέπω το πρόσωπό σου, που όταν κρυώνω τις νύχτες το ξέρεις χωρίς να στο πω και με παίρνεις την πιο μεγάλη αγκαλιά χαρίζοντάς μου όλη την ευτυχία του κόσμου, που με σκεπάζεις και με χαϊδεύεις για να κοιμηθώ και με προσέχεις γιατί είμαι το πολύτιμό σου.
Το δεύτερο είναι το ότι ο έρωτας τρέφεται τελικά απ’ την καθημερινότητα. Σ’ όλες αυτές τις τόσο δεδομένες στιγμές στην κοινή μας ζωή που όμως συνθέτουν τη μαγεία, την ευτυχία, τη συνένωση.
Έρωτας είναι να σε ζω κάθε μέρα, στη ρεαλιστική σου διάσταση, στις λεπτομέρειές σου κι αυτό να με κάνει να σ’ ερωτεύομαι εκ νέου. Να μην παλιώνεις ποτέ στα μάτια μου, να μη σε συνηθίζω μέσα απ’ την απλότητα της κάθε μας μέρας, αλλά αντιθέτως να με εξιτάρει και να με κινητοποιεί η αλήθεια σου.
Να διαλύεις κάθε μύθο που είχα χτίσει στο μυαλό μου για ‘σένα πριν, που κάποτε μου φαινόταν τόσο γοητευτική αυτή η μυθοποίηση, κι ακριβώς τότε να σε ερωτεύομαι βαθύτερα.
Όταν με ρωτάς αν σ’ αγαπάω κι αν νιώθω όπως στην αρχή, με μια κρυμμένη αγωνία στο βλέμμα, σου απαντάω απόλυτα «όχι». Και πάντα τα μάτια σου ταράζονται, συννεφιάζεις και σαστίζεις. Και επίσης πάντα, σου δηλώνω με αφοπλιστική σιγουριά πως πια νιώθω πολύ περισσότερα και πιο ουσιαστικά απ’ την αρχή.
Και ξέρεις γιατί; Γιατί τώρα είσαι ο άνθρωπός μου, σε ζω στην απογυμνωμένη πραγματικότητά σου, στην αληθινή σου διάσταση, έχω ξεδιπλωμένες μπροστά μου όλες σου τις πτυχές και αυτό είναι για μένα όλη η ουσία του έρωτα. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή αντιλαμβάνομαι ποιος είσαι πραγματικά κι αν είσαι ο ένας. Και πίστεψε με, είσαι.
Καμία μυθοποίηση και καμία ιστορία του μυαλού μου για σένα δεν είναι τόσο αφροδισιακή, όσο η εικόνα σου όταν κοιμάσαι δίπλα μου, ο τρόπος που τρως, το πώς μου πιάνεις ξαφνικά το χέρι όταν περπατάμε, το πώς μου χαμογελάς, μου θυμώνεις, το πώς γκρινιάζεις, το πώς με καθησυχάζεις όταν όλα με τρομάζουν, το πώς με φιλάς όταν κουρνιάζω στην αγκαλιά σου μες στο κρύο, το πώς οδηγάς και κυρίως το πώς με κοιτάς όταν πια ξαπλώνουμε στον καναπέ το βράδυ μετά απ’ όλα αυτά, και χωρίς να μιλάμε λέμε τόσο πολλά και νιώθουμε τόσο πλήρεις.
Νιώθω πια πως δε θα γινόταν να μην είμαστε εγώ για ‘σένα κι εσύ για ‘μένα, γιατί πολύ απλά
