Ήταν έξι χρονών όταν οι γονείς της αποφάσισαν να χωρίσουν. Κι όπως κάθε μεγάλη αλλαγή για ένα παιδί φέρνει εν αιθρία συναισθήματα και ερωτήματα που δεν μπορούν να απαντηθούν με τις μεγαλίστικες δικαιολογίες των ενηλίκων. Σε ένα παιδί γκρεμίζεις κόσμο, πρότυπα και το βάζεις σε μια νέα πραγματικότητα που είναι υποχρεωμένο να δεχτεί. Γιατί έτσι αποφάσισαν οι μεγάλοι.

Αυτή η νέα πραγματικότητα είχε πολλά νέα δεδομένα για την ίδια. Ένα εξ αυτών ήταν το καινούργιο ξεκίνημα της ζωής του πατέρα της με μια άλλη γυναίκα. Και όχι οποιανδήποτε γυναίκα. Παντρεύτηκε μια γυναίκα γνωστή φίλη της οικογένειας. Το κορίτσι των έξι χρόνων μεγαλώνοντας τους επισκεπτόταν κάθε χρόνο στις γιορτές.

Μέσα σ’ αυτό το μικρό διάστημα της επίσκεψής της έχει θολές αναμνήσεις από ένα αγόρι. Τον ανιψιό της μητριάς της και θεωρητικά τον ξάδερφό της. Τον θεωρούσε πάντα ιδιαίτερο άνθρωπο, περίεργο, απόμακρο, πολύ κλειστό χαρακτήρα. Όπως εκείνους τους τύπους που έχουν μια φυσική ευφυΐα. Πήγαινε στο καλύτερο σχολείο της πόλης κι αργότερα στο καλύτερο πανεπιστήμιο. Πάντα με τους καλύτερους βαθμούς και με παγκόσμιες διακρίσεις. Γνώστης δύο ξένων γλωσσών από τα δώδεκά του. Ήταν ένας άνθρωπος που του άρεσε να μαθαίνει. Διάβαζε με τις ώρες και κλεινόταν στο δικό του κόσμο. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργεί ένα τείχος. Απροσπέλαστο τείχος για κάθε νέο πρόσωπο που του συστηνόταν.

Τα χρόνια περνούσαν και οι σχέσεις τους με το κορίτσι ήταν πάντα οι ίδια τυπικές. Εκείνη δεν έμπαινε καν στο κόπο να τον γνωρίσει καλύτερα γιατί φοβόταν πως ήταν αδύνατο να βρουν έναν κοινό κώδικα επικοινωνίας. Πίστευε πως αν έλεγε κάτι, εκείνος θα το εκλάμβανε ως ανοησία και θα ρεζιλευόταν. Μεγάλωσε πιστεύοντας ότι δεν υπάρχει αγάπη μεταξύ μιας γυναίκ